ouch

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επιφώνημα[επεξεργασία]

ouch (en)

  • οχ, άουτς (λέγεται σε αιφνίδιο πόνο)