Μετάβαση στο περιεχόμενο

per se

Από Βικιλεξικό

Διαγλωσσικοί όροι (mul)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
per se < λατινική per se

Επίρρημα

[επεξεργασία]

per se

  • καθεαυτού, από μόνο του, ακριβώς, το ίδιο, εγγενώς, στην ουσία, ακριβολογώντας, εξ ορισμού



Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
per se < λατινική per se

Επίρρημα

[επεξεργασία]

per se (en) (χωρίς παραθετικά)

  1. καθαυτό, χρησιμοποιείται για να δείξει ότι αναφέρομαι σε κάτι μόνο του και όχι σε σχέση με κάτι άλλο
    παράδειγμα  The problem is not money per se, but the way it is used.
    Το πρόβλημα δεν είναι το χρήμα καθαυτό, αλλά ο τρόπος που χρησιμοποιείται.
    παράδειγμα  It’s not the cause per se, besides, it’s a multifaceted issue.
    Δεν είναι αυτή η καθαυτό αιτία, άλλωστε πρόκειται για θέμα πολυσχιδές.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη intrinsically
  2. (ανεπίσημο) καθαυτό, χρησιμοποιείται κυρίως αρνητικά για να δείξει ότι κάτι δεν είναι πραγματικά αυτό που αναφέρεται
    παράδειγμα  It’s not a museum per se, but they do have some interesting artifacts.
    Δεν είναι μουσείο καθαυτό, αλλά έχουν μερικά ενδιαφέροντα αντικείμενα.