Μετάβαση στο περιεχόμενο

perfect passive participle

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παθητική μετοχή παρακειμένου, μετοχή παθητικού παρακειμένου