perkusja

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

perkusja (pl) θηλυκό

  1. η ντραμς
  2. (γενικότερα) τα κρουστά μουσικά όργανα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]