pewien

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Ήχος 

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

pewien (pl) και pewny

  1. κάποιος, ένας
    i w pewnym momencie on zjawił się - και κάποια στιγμή εμφανίστηκε
  2. βέβαιος, σίγουρος
    jestem pewien, że to był ona - είμαι βέβαιος ότι ήταν αυτή

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • εκτός από το αρρενοπροσωπικό στην ονομαστική του ενικού όλα τα άλλα, σε όλα τα γένη, πτώσεις και αριθμούς, ταυτίζονται με τα αντίστοιχα του pewny