Μετάβαση στο περιεχόμενο

pohár

Από Βικιλεξικό

Ουγγρικά (hu)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pohár (hu)



Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pohár < (άμεσο δάνειο) ουγγρική pohár < *pehār < *pehhār < παλαιά άνω γερμανική pehhāri < behhārī (ποτήρι) < *bihhārī/*bekārī < δυτική πρωτογερμανική bikārī < υστερολατινική bīcārium (ποτήρι) < ελληνιστική κοινή *βῑκᾱ́ριον < αρχαία ελληνική βῖκ(ος) + -ᾱ́ριον  δείτε βῖκος για περαιτέρω ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈpɔ.ɦaːr/
τυπογραφικός συλλαβισμός: pohár

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pohár (sk) αρσενικό, άψυχο

  • pohár - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025