polka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

polka (pl) < τσεχική půlka

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

polka (pl) θηλυκό

  1. η πόλκα