πόλκα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πόλκα οι πόλκες
      γενική της πόλκας των (πολκών)
    αιτιατική την πόλκα τις πόλκες
     κλητική πόλκα πόλκες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πόλκα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πόλκα θηλυκό


Μεταφράσεις[επεξεργασία]