Μετάβαση στο περιεχόμενο

portent

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

portent

  • κακός οιωνός (χθονόσημο) ή οιωνός για κάτι κοσμοϊστορικό