Μετάβαση στο περιεχόμενο

powerful

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός powerful
συγκριτικός more powerful
υπερθετικός most powerful

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
powerful < power + -ful

Επίθετο

[επεξεργασία]

powerful (en)

  • ισχυρός
    παράδειγμα  He elevated many of his friends to powerful positions within the government.
    Ανέδειξε πολλούς από τους φίλους του σε ισχυρές θέσεις μέσα στην κυβέρνηση.