pressão

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

pressão (pt) < λατινικό pressio

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pressão (pt) θηλυκό (πληθυντικός: pressões)

  1. η πίεση