primordialement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

primordialement (fr)

  1. αρχικά, στην αρχή
  2. κυρίως