prom

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

prom prɒm/Submit nouninformal 1. BRITISH short for promenade (sense 1 of the noun). "she took a short cut along the prom" 2. BRITISH short for promenade concert. "the last night of the Proms"