raditi

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Σερβικά (sr) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

raditi (sr)



Σερβοκροατικά (sh)[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

raditi (sh)

  1. δουλεύω
  2. κάνω
    Šta radiš? - Τι κάνεις;