rapariga

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

rapariga (pt) θηλυκό

  1. το κορίτσι
  2. η νεαρή

Αντώνυμα[επεξεργασία]