retch

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

retch

  • ανοίγω το στόμα και βγάζω ηχώ θέλοντας να κάνω εμετό