Μετάβαση στο περιεχόμενο

retrofit

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

retrofit (en)

  • ξενοεγκαθιστώ/αλλοεγκαθιστώ· προσαρμόζω/εγκαθιστώ ξένο εξάρτημα/συστατικό· που δεν υπήρχε στον αρχικό σχεδιασμό