Μετάβαση στο περιεχόμενο

ripari

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ripari < ripar- + -i
ρήμα ripari
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας riparas riparanta riparata
αόριστος riparis riparinta riparita
μέλλοντας riparos riparonta riparota
υποθετική riparus - -
προστακτική riparu - -

ripari (eo)