Μετάβαση στο περιεχόμενο

rob

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας rob
γ΄ ενικό ενεστώτα robs
αόριστος robbed
παθητική μετοχή robbed
ενεργητική μετοχή robbing

rob (en)

  • ληστεύω
    παράδειγμα  Armed masked men robbed a bank in a central part of the city.
    Ένοπλοι μασκοφόροι λήστεψαν τράπεζα σε κεντρικό σημείο της πόλης.
     συνώνυμα:  hold up