słoń

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

słoń < πρωτοσλαβική slonъ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /swɔ̃ɲ/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

słoń (pl) αρσενικό

  1. (ζωολογία), (κοινά) ο ελέφαντας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]