Μετάβαση στο περιεχόμενο

savage

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

savage (en)

  1. άγριος
  2. ειδεχθής, αποτρόπαιος
  3. φρικαλέος