shibboleth

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

shibboleth (en)

  • παρωχημένος, εσφαλμένος, επαρχιακός ή μη κοινά αποδεκτός τρόπος να κάνεις ή να πεις κάτι