Μετάβαση στο περιεχόμενο

sieĝi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
sieĝi < sieĝ- + -i
ρήμα sieĝi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας sieĝas sieĝanta sieĝata
αόριστος sieĝis sieĝinta sieĝita
μέλλοντας sieĝos sieĝonta sieĝota
υποθετική sieĝus - -
προστακτική sieĝu - -

sieĝi (eo)

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

siegxi, sieghi, sieg'i