sigh
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| sigh | sighs |
sigh (en)
- ο αναστεναγμός
a deep sigh - βαθύς αναστεναγμός
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | sigh |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | sighs |
| αόριστος | sighed |
| παθητική μετοχή | sighed |
| ενεργητική μετοχή | sighing |
sigh (en)
- (αμετάβατο) αναστενάζω
She sighed with relief.
- Αναστέναξε από ανακούφιση.
He sighed deeply as he remembered the past.
- Αναστέναξε βαθιά καθώς θυμήθηκε τα περασμένα.