singulár

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Σλοβακικά (sk) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

singulár (sk) αρσενικό

  1. (γραμματική) ο ενικός



Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

singulár (cs) αρσενικό

  1. (γραμματική) ο ενικός