sporvogn

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Δανικά (da)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Ετυμολογία spor+vogn

sporvogn (da)

  1. τραμ

Νορβηγικά (no) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Ετυμολογία spor+vogn

sporvogn (no)

  1. τραμ