Μετάβαση στο περιεχόμενο

surŝuti

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από surs'uti)

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
surŝuti < sur + ŝuti
ρήμα surŝuti
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας surŝutas surŝutanta surŝutata
αόριστος surŝutis surŝutinta surŝutita
μέλλοντας surŝutos surŝutonta surŝutota
υποθετική surŝutus - -
προστακτική surŝutu - -

surŝuti (eo)

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

sursxuti, surshuti, surs'uti