Μετάβαση στο περιεχόμενο

terminology

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
terminology terminologies

terminology (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)

  1. η ορολογία, το ορολόγιο
    παράδειγμα  The article avoids using too much medical terminology.
    Το άρθρο αποφεύγει να χρησιμοποιεί υπερβολική ιατρική ορολογία.
  2. η Ορολογία