Μετάβαση στο περιεχόμενο

thatcher

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

thatcher (en) και straw-roofer (en)

  • αυτός που φτιάχνει στέγες από άχυρο (thatch)