thirty
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Αριθμητικό
[επεξεργασία]thirty (en)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| thirty | thirties |
thirty (en)
- (in one’s thirties, μόνο πληθυντικός) τριαντάρης, στα/τα τριάντα, μεταξύ 30 και 39 ετών
Most of my friends are in their thirties with kids.
- Οι περισσότεροι φίλοι μου είναι τριαντάρηδες με παιδιά.
Many people in their thirties struggle to buy a home today.
- Πολλοί τριαντάρηδες δυσκολεύονται να αγοράσουν σπίτι σήμερα.
I met my wife in my thirties.
- Γνώρισα τη γυναίκα μου στα τριάντα μου.
- (μόνο πληθυντικός) η δεκαετία του τριάντα, για τη χρονολογία οποιουδήποτε αιώνα, τα χρόνια μεταξύ 30 και 39
It began in 1939, at the end of the thirties.
- Ξεκίνησε το 1939, στα τέλη της δεκαετίας του τριάντα.
He was born in the mid-(nineteen) thirties.
- Γεννήθηκε στα μέσα του τριάντα.