Μετάβαση στο περιεχόμενο

thirty

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Αριθμητικό

[επεξεργασία]

thirty (en)

  1. τριάντα
  2. και μισή, για ώρα
    παράδειγμα  Can you come at ten thirty tomorrow?
    Μπορείς να έρθεις στις δέκα και μισή αύριο;

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
thirty thirties

thirty (en)

  1. (in one’s thirties, μόνο πληθυντικός) τριαντάρης, στα/τα τριάντα, μεταξύ 30 και 39 ετών
    παράδειγμα  Most of my friends are in their thirties with kids.
    Οι περισσότεροι φίλοι μου είναι τριαντάρηδες με παιδιά.
    παράδειγμα  Many people in their thirties struggle to buy a home today.
    Πολλοί τριαντάρηδες δυσκολεύονται να αγοράσουν σπίτι σήμερα.
    παράδειγμα  I met my wife in my thirties.
    Γνώρισα τη γυναίκα μου στα τριάντα μου.
  2. (μόνο πληθυντικός) η δεκαετία του τριάντα, για τη χρονολογία οποιουδήποτε αιώνα, τα χρόνια μεταξύ 30 και 39
    παράδειγμα  It began in 1939, at the end of the thirties.
    Ξεκίνησε το 1939, στα τέλη της δεκαετίας του τριάντα.
    παράδειγμα  He was born in the mid-(nineteen) thirties.
    Γεννήθηκε στα μέσα του τριάντα.

Σύνθετα

[επεξεργασία]