Μετάβαση στο περιεχόμενο

toupee

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

toupee (en)

  • περουκίνι (αντρικό) που κρύβει το φαλακρό μέρος του κεφαλιού