Μετάβαση στο περιεχόμενο

transiĝi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
transiĝi < λείπει η ετυμολογία
ρήμα transiĝi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας transiĝas transiĝanta transiĝata
αόριστος transiĝis transiĝinta transiĝita
μέλλοντας transiĝos transiĝonta transiĝota
υποθετική transiĝus - -
προστακτική transiĝu - -

transiĝi (eo)