tryb rozkazujący

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

tryb rozkazujący 

Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

tryb rozkazujący (pl)

  1. (γραμματική) προστακτική