uncovered
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]uncovered (en)
- ακάλυπτος, ξεσκέπαστος
The ditch was uncovered.
- Το χαντάκι ήταν ακάλυπτο.
Don’t leave the pot uncovered.
- Μην αφήνεις ξεσκέπαστη την κατσαρόλα.
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]uncovered (en)