Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κύριο μενού
Κύριο μενού
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πρόσφατες αλλαγές
Κατηγορίες
Δημιουργήστε!
Ζητήστε!
Βικιδημία - Talk
Σελίδες συζήτησης
Νέες σελίδες
Ειδικές σελίδες
Τυχαία σελίδα
Βοήθεια
Πρότυπα
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εμφάνιση
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Προσωπικά εργαλεία
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Περιεχόμενα
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Αρχή
1
Αγγλικά (en)
Εναλλαγή
Αγγλικά (en)
υποενότητας
1.1
Ετυμολογία
1.2
Επίθετο
1.3
Πηγές
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
undefeated
12 γλώσσες
Čeština
English
Eesti
Suomi
Italiano
Kurdî
Malagasy
മലയാളം
Polski
Simple English
Svenska
Tiếng Việt
Σελίδα
Συζήτηση
Ελληνικά
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Εργαλειοθήκη
Εργαλεία
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Ενέργειες
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Γενικά
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Επιφόρτωση αρχείου
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραπομπή αυτής της σελίδας
Λάβετε συντομευμένη διεύθυνση URL
Μετάβαση σε παλαιότερο αναλυτή
Εκτύπωση/εξαγωγή
Δημιουργία βιβλίου
Κατέβασμα ως PDF
Εκτυπώσιμη έκδοση
Σε άλλα εγχειρήματα
Εμφάνιση
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en)
[
επεξεργασία
]
Ετυμολογία
[
επεξεργασία
]
undefeated
<
un-
+
defeated
Επίθετο
[
επεξεργασία
]
undefeated
(en)
(
χωρίς παραθετικά
)
αήττητος
,
ανίκητος
, που δεν έχει νικηθεί
They crushed their, up until then,
undefeated
opponents.
Κατατρόπωσαν τους ως τότε
αήττητους
αντιπάλους.
He’s proud he is
undefeated
in chess.
Υπερηφανεύεται ότι είναι
ανίκητος
στο σκάκι.
≈
συνώνυμα
:
unbeaten
Πηγές
[
επεξεργασία
]
undefeated
-
Oxford Learner's Dictionaries
Κατηγορίες
:
Λέξεις με πρόθημα un- (αγγλικά)
Αγγλική γλώσσα
Επίθετα (αγγλικά)
Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
Επίθετα χωρίς παραθετικά (αγγλικά)
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
undefeated
12 γλώσσες
Προσθήκη θέματος