Μετάβαση στο περιεχόμενο

unencumbered

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

unencumbered (en)

  • ανεμπόδιστα, ανεμποδίστως