Μετάβαση στο περιεχόμενο

unprepared

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός unprepared
συγκριτικός more unprepared
υπερθετικός most unprepared

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
unprepared < un- + prepared

Επίθετο

[επεξεργασία]

unprepared (en)

  • απροετοίμαστος, αμελέτητος
    παράδειγμα  Our country found itself unprepared to accept so many tourists.
    Η χώρα μας βρέθηκε απροετοίμαστη να δεχτεί τόσους τουρίστες.
    παράδειγμα  The earthquake caught us unprepared.
    Ο σεισμός μάς βρήκε απροετοίμαστους.
    παράδειγμα  You abused my leniency and again came unprepared.
    Έκανες κατάχρηση της επιείκειάς μου και ήρθες πάλι αμελέτητος.
    παράδειγμα  He failed his exams because he was completely unprepared.
    Απέτυχε στις εξετάσεις, γιατί ήταν τελείως αμελέτητος.
    παράδειγμα  The government spokesman was caught unprepared by journalists.
    Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος πιάστηκε αμελέτητος από τους δημοσιογράφους.