unprepared
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | unprepared |
| συγκριτικός | more unprepared |
| υπερθετικός | most unprepared |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]unprepared (en)
- απροετοίμαστος, αμελέτητος
Our country found itself unprepared to accept so many tourists.
- Η χώρα μας βρέθηκε απροετοίμαστη να δεχτεί τόσους τουρίστες.
The earthquake caught us unprepared.
- Ο σεισμός μάς βρήκε απροετοίμαστους.
You abused my leniency and again came unprepared.
- Έκανες κατάχρηση της επιείκειάς μου και ήρθες πάλι αμελέτητος.
He failed his exams because he was completely unprepared.
- Απέτυχε στις εξετάσεις, γιατί ήταν τελείως αμελέτητος.
The government spokesman was caught unprepared by journalists.
- Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος πιάστηκε αμελέτητος από τους δημοσιογράφους.