Μετάβαση στο περιεχόμενο

unsaid

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
unsaid < un- + said

Επίθετο

[επεξεργασία]

unsaid (en) (χωρίς παραθετικά)

  • μη λέγονται
    παράδειγμα  Some things are better left unsaid.
    Μερικά πράγματα καλύτερα να μη λέγονται.