Μετάβαση στο περιεχόμενο

urologist

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
urologist urologists

urologist (en)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • urologist στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια