Μετάβαση στο περιεχόμενο

vantage point

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
  • σημείο με καλή προοπτική θέα, σημείο καλής θέασης

Συνώνυμα

[επεξεργασία]
  • advantageous perspective
  • viewpoint