verdieping

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

verdieping (nl) κοινό

  1. όροφος