Μετάβαση στο περιεχόμενο

veridical

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
  • αληθής, με πιστή αναφορά στην πραγματικότητα

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]