Μετάβαση στο περιεχόμενο

vor

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Fort

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /foːɐ̯/
 
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: vor

Πρόθεση

[επεξεργασία]

vor (de)

  1. χρονικά
    1. πριν
      παράδειγμα Er erwartet uns nicht vor sieben.
           Δεν μας περιμένει πριν τις εφτά.
      παράδειγμα Wir besuchen Tante Gerdα vor der Shoping-Tour.
           Πριν πάμε για ψώνια, θα επισκεφτούμε τη θεία Γκέρντα.
    2. εδώ και
      παράδειγμα Das geschah vor 3 Jahren.
           Αυτό συνέβηκε εδώ και 3 χρόνια.
    3. παρά
      παράδειγμα Es ist viertel vor acht.
           Είναι οκτώ παρά τέταρτο.
  2. χωρικά
    1. μπροστά
      παράδειγμα Ich möchte nicht, dass wir das vor den Kindern besprechen.
           Δεν θέλω να το συζητήσουμε μπροστά στα παιδιά.
    2. μπροστά από
      παράδειγμα Eine Kuh steht vor dem Auto auf der Straße.
           Μια αγελάδα στέκεται μπροστά από το αυτοκίνητο στο δρόμο.
      παράδειγμα Stellen Sie das Paket einfach vor die Türe.
           Απλώς αφήστε το δέμα μπροστά από την πόρτα.
    3. πριν
      παράδειγμα Vor der Tankstelle links abbiegen.
           Πριν το βενζινάδικο, στρίψτε αριστερά.
  3. από (κίνητρο)
    παράδειγμα Petra war ganz rot vor Wut.
         Η Πέτρα είχε κοκκινίσει από θυμό.
  4. δυσάρεστη αίσθηση
    παράδειγμα Wolfgang hat Angst vor Hunden.
         Ο Βόλφγκανγκ φοβάται τα σκυλιά.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

vor (de)

  1. σαν και πριν
    παράδειγμα Der Handwerker war da, aber die Türe ist nach wie vor kaputt.
         Ο τεχνίτης ήρθε, αλλά η πόρτα σαν και πριν είναι χαλασμένη.
  2. πρόθεμα ενός ρήματος που χωρίζεται
    1. προχωρώ  δείτε τη λέξη vorfahren
      παράδειγμα Fahr noch einen Meter vor.
           Προχώρα ακόμα ένα μέτρο.
    2. φαντάζομαι  δείτε τη λέξη vorstellen
      παράδειγμα Ich stelle mir das schwierig vor.
           Φαντάζομαι ότι θα είναι δύσκολο.
    3. συμβαίνει  δείτε τη λέξη vorkommen
      παράδειγμα Das kommt vor.
           Συμβαίνει.
    4. σκοπεύω  δείτε τη λέξη vorhaben
      παράδειγμα Was hast du vor?
           Τι σκοπεύεις να κάνεις;



Τσεχικά (cs)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

vor (cs) αρσενικό