Μετάβαση στο περιεχόμενο

wane

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας wane
γ΄ ενικό ενεστώτα wanes
αόριστος waned
παθητική μετοχή waned
ενεργητική μετοχή waning

wane (en)

  1. μειώνομαι, φθίνω, παρακμάζω, αποδυναμώνομαι
  2. για το φεγγάρι όταν μικραίνει
    παράδειγμα  The moon is waning.
    Το φεγγάρι μικραίνει.
     αντώνυμα: wax