warten

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

warten (de) auf jdn. / etwas (παρατατικός: wartete, μετοχή παρακειμένου: gewartet)

ich warte auf dich! - σε περιμένω!