wealth
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]wealth (en)
- (μη μετρήσιμο) ο πλούτος, μεγάλο χρηματικό ποσό, περιουσία κτλ. που κατέχει ένα πρόσωπο ή μια χώρα
Large inequalities in wealth cause social unrest.
- Οι μεγάλες ανισότητες πλούτου προκαλούν κοινωνική αναταραχή.
- (μη μετρήσιμο) ο πλούτος, η κατάσταση του να είναι πλούσιος
Good education often depends on wealth.
- Η καλή εκπαίδευση συχνά εξαρτάται από τον πλούτο.
The new rich elite publicly flaunted their wealth.
- Η νέα πλούσια ελίτ επέδειξε δημόσια τον πλούτο της.
- (μόνο ενικός) ο πλούτος, μεγάλη ποσότητα από κάτι
Nowadays we have a wealth of information.
- Σήμερα έχουμε πλούτο πληροφοριών.