weiter
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]weiter (de)
- συγκριτικός βαθμός του weit
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]weiter (de)
- (κλίση χωρίς άρθρο)
- (με αόριστο άρθρο)
- ονομαστική ενικού, αρσενικού γένους του weit
Παπιαμέντο (pap)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]weiter