well founded

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

well founded (en)

  1. (μαθηματικά) καλώς θεμελιωμένος
    Το σύνολο των φυσικών αριθμών είναι καλώς θεμελιωμένο.