wielokąt

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

wielokąt < wielo- + kąt

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

wielokąt (pl) αρσενικό

  1. (μαθηματικά) το πολύγωνο