wielokąt

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

wielokąt < wielo- + kąt

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

wielokąt (pl) αρσενικό