wo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

wo (de)

  1. πού
  2. όπου

Σύνδεσμος[επεξεργασία]

wo (de)

  1. αφού